Η Θεολογία της Απελευθέρωσης ως ιδεολογία και ως κοινωνικό κίνημα

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, η οποία επικράτησε το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα σε πολλές χώρες της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής, αποτελεί ένα ξεχωριστό παράδειγμα που δεν εντάσσεται σε κάποια άλλη παράδοση. Γεννημένη μέσα από τις περιφερειακές ιδιομορφίες, προσάρμοσε σε μία εκλεκτική συγχώνευση τη χριστιανική ηθική με εκείνες τις μαρξικές και μαρξιστικές ιδέες, που ερμήνευαν καλύτερα την πραγματικότητα των λατινοαμερικανικών χωρών. Η Θεολογία της Απελευθέρωσης έχει χαρακτηριστεί και ως «Απελευθερωτικός Χριστιανισμός», καθώς παρακινούσε τους πιστούς σε συλλογική δράση με στόχο την κοινωνική αλλαγή.

Το γεγονός το οποίο σηματοδοτεί τη γένεση της, είναι η Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος (1962-1965), η οποία έμεινε γνωστή ως Βατικανό ΙΙ. Πρόκειται για μία συνάντηση με τη μεγαλύτερη έως τότε αντιπροσώπευση χωρών, στην οποία η Εκκλησία «ανοίγεται»  προς τα εγκόσμια και εκφράζει τη διάθεση για διάλογο με την κοινωνία. Φορείς της Θεολογίας της Απελευθέρωσης είναι κληρικοί και θεολόγοι, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν σπουδάσει σε πανεπιστήμια και εκκλησιαστικές σχολές της Κεντρικής Ευρώπης. Στη συνέχεια, η ομάδα αυτή μεταφέρει τις ιδέες του Βατικανό ΙΙ σε χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου δραστηριοποιείται σε εκκλησιαστικά και παράλληλα σε κοσμικά περιβάλλοντα.

Βασικές ιδέες και η διαφοροποίηση από την Καθολική Εκκλησία

Οι απόψεις που συγκροτούν τον πυρήνα της θεωρίας της Θεολογίας της Απελευθέρωσης διαφέρουν από τις αντιλήψεις της παραδοσιακής Θεολογίας, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τη μέθοδο που η καθεμία ακολουθεί. Η κλασική Θεολογία διαλέγεται κυρίως με τη Φιλοσοφία, για ζητήματα όπως η φύση και η ορθή οδός αναζήτησης της αλήθειας. Η Θεολογία της Απελευθέρωσης επηρεάζεται από τις Κοινωνικές Επιστήμες, από τις οποίες δανείζεται λόγους, έννοιες, αναλυτικά εργαλεία.

Η διάδοση του δόγματος και της χριστιανικής ηθικής, καθώς και ο εκχριστιανισμός των ιθαγενών, ήταν παραδοσιακά ο κύριος στόχος της Εκκλησίας. Με την εμφάνιση της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, αναδεικνύονται οι αξίες της δικαιοσύνης, της ισότητας και της αλληλεγγύης, ως έκφραση του αυθεντικού χριστιανισμού. Αποκτά προτεραιότητα η ορθοπραξία έναντι της ορθοδοξίας. Με την εμβάθυνση στη μελέτη των Ιερών Κειμένων, ο ίδιος ο Ιησούς περιγράφεται ως απελευθερωτής και επαναστάτης, ενώ ο ιερέας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως την πεφωτισμένη πρωτοπορία που θα οδηγήσει στην κοινωνική αλλαγή.

Το βασικό χαρακτηριστικό της Θεολογίας της Απελευθέρωσης είναι η κεντρικότητα της έννοιας της φτώχειας. Το ενδιαφέρον της Εκκλησίας για τους μη έχοντες εκφραζόταν μέχρι τότε μέσα από το πρίσμα της συμπόνιας και της ελεημοσύνης. Οι φτωχοί αντιμετωπίζονταν στην καλύτερη περίπτωση ως θύματα και ως αντικείμενα του ηθικοπλαστικού κηρύγματος. Για τη συντηρητική, μάλιστα, πλειοψηφία των κληρικών, οι οποίοι μετά το Βατικανό ΙΙ, αναγκάστηκαν να ενσωματώσουν διακηρύξεις τις οποίες δεν είχαν αφομοιώσει, οι φτωχοί εξακολουθούν να θεωρούνται ως υπεύθυνοι για τα προβλήματα τους, καθώς είναι «τεμπέληδες, διεφθαρμένοι και επιρρεπείς στις καταχρήσεις». Ο νέος χριστιανισμός της απελευθέρωσης, σε αντιδιαστολή προς την κυρίαρχη θεολογία «της υποταγής», προσεγγίζει τη φτώχεια ως σχέση καταπίεσης και ως ένα σκανδαλώδες φαινόμενο που πρέπει να ξεπεραστεί. Φορέας αυτής της αλλαγής θα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Η ριζοσπαστική μετατόπιση που πρεσβεύει αυτή η νεωτερική θεολογία, έγκειται ακριβώς στην αναγνώριση του ίδιου του καταπιεσμένου ως υποκειμένου και δράστη της Ιστορίας.

Εκτός από την καταγγελία της φτώχειας και της άνισης κατοχής αγαθών, η Θεολογία της Απελευθέρωσης ασκεί κριτική απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά αλλά και στο σοβιετικό καθεστώς. Η ιστορική πραγματικότητα του κόσμου γίνεται αντιληπτή με όρους διαλεκτικούς ή μάλλον διπολικούς, σαν μια διαίρεση κυρίαρχων – κυριαρχούμενων. Μέχρι τότε η Καθολική Εκκλησία δεν αμφισβητούσε το status quo ούτε την ισχύ του Κράτους, το οποίο θεωρούσε ως το μοναδικό ισότιμο συνομιλητή. Αναγνωρίζοντας την ιδιοκτησία ως φυσικό δικαίωμα, κατέληγε να αντιτίθεται στα αιτήματα για αναδιανομή της γης, διακηρύσσοντας ότι: «το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας εγγράφεται σε μια αντικομουνιστική λογική και είναι αντικείμενο υπεράσπισης ως αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, το οποίο συμβάλλει στη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης».

Η σύνδεση με το μαρξισμό

Πριν από την εμφάνιση της Θεωρίας της Απελευθέρωσης, η κριτική του Μαρξ στη θρησκεία ως παράγοντα αλλοτρίωσης, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για την επιβίωση των θρησκειών στο σοσιαλιστικό μέλλον. Από την πλευρά του Χριστιανισμού, ο μαρξισμός θεωρούνταν μια ιδεολογία αντιθρησκευτική και αντιειρηνιστική, καθώς νομιμοποιούσε την προσφυγή στη βία. Οι δύο αυτοί πόλοι, εκ πρώτης όψεως ασυμφιλίωτοι, σταδιακά αλληλοπροσεγγίζονται. Θεολόγοι όπως ο Giulio Girardi  αναγνωρίζουν ότι ο μαρξισμός είναι ένα είδος συγκεκριμένου ουμανισμού, ενώ παρατηρούν ότι υπάρχει σύγκλιση όσον αφορά την ουτοπία: η κοινωνία του Θεού και το αταξικό κομμουνιστικό μέλλον μοιάζουν να συμπίπτουν.

Το βασικότερο δάνειο από τη μαρξική θεωρία είναι η χρήση του ιστορικού υλισμού ως εργαλείου για την ερμηνεία και το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Οι θεολόγοι της Απελευθέρωσης αποδέχονται ότι η μεταβολή της οικονομικής κατάστασης καθορίζει το δίκαιο, την πολιτική, την παιδεία και τις άλλες όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Εξίσου σημαντική είναι η επιρροή που δέχθηκε η νέα θεολογία από τις λεγόμενες Θεωρίες της Εξάρτησης, σύμφωνα με τις οποίες, η διάκριση κέντρο – περιφέρεια εξηγεί την υπανάπτυξη, όχι ως ένα προκαπιταλιστικό στάδιο των λατινοαμερικάνικων κοινωνιών, αλλά ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των οικονομιών του κέντρου. Η έννοια του προλεταριάτου αποκτά πλέον νέο περιεχόμενο, το οποίο εκφράζεται χαρακτηριστικά στη διακήρυξη που συνέταξαν 15 επίσκοποι από τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία, με τίτλο Μήνυμα στους λαούς του Τρίτου Κόσμου. Στο κείμενο αυτό, διατυπώνεται η ιδέα ότι οι λαοί αυτοί αποτελούν το προλεταριάτο της ανθρωπότητας.

Teologia1

Εξέλιξη και σημαντικότεροι εκπρόσωποι

Προκειμένου να κατανοήσουμε τις συνθήκες που ευνόησαν την ανάπτυξη της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, χρειάζεται να την εντάξουμε στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Στις κοινωνίες των χωρών όπου άρχισε να επικρατεί, παρατηρούνται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα σημαντικότερα από τα οποία είναι οι τεράστιες ανισότητες ως προς την κατοχή πλούτου και γης και η εμφάνιση αντάρτικων κινημάτων με αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό.[1] Η πορεία που ακολούθησε η Θεολογία της Απελευθέρωσης, θα μπορούσε να διαιρεθεί σε τρεις φάσεις.

1962-1971. Συνεχής αναθεώρηση της θεολογικής γνώσης

Ο περουβιανός Γκουστάβο Γκουτιέρρεζ, στο έργο του με τον ομώνυμο τίτλο Θεολογία της Απελευθέρωσης καταγράφει τις βασικές ιδέες αυτού του νέου χριστιανισμού. Προσπαθώντας να βρει την κατάλληλη γλώσσα για να μιλήσει για το Θεό, χωρίς να καλλιεργεί την παθητικότητα, γράφει: «δεν είμαστε με τους φτωχούς αν δεν είμαστε ενάντια στη φτώχεια».

Η απήχηση αυτών των ιδεών αποτυπώνεται στην Περιφερειακή Επισκοπική Σύνοδο που έλαβε χώρα στο Μεντεγίν της Κολομβίας το 1968. Στις συζητήσεις και στις πυρετώδεις διεργασίες παραγωγής κειμένων κυριαρχεί η αγωνία των ιερέων για το ποια πρέπει να είναι η θέση τους απέναντι στο ζήτημα της φτώχειας αλλά και πώς είναι δυνατή η εξεύρεση της ειρήνης μέσα σε ένα πλαίσιο όξυνσης της κρατικής βίας. Σχετικά με την καταπίεση που βιώνουν οι λαοί της Λατινικής Αμερικής, οι θεολόγοι δηλώνουν ότι η «Εκκλησία δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη, έχει χρέος να οδηγήσει το λαό στην απελευθέρωση του». Πραγματοποιείται, έτσι, η είσοδος σε ένα απαγορευμένο έως τότε πεδίο, εκείνο της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας.

Στα πρώτα της βήματα η Θεολογία της Απελευθέρωσης προωθεί τη δημιουργία χριστιανικών κοινοτήτων βάσης. Οι κοινότητες αυτές, οι οποίες τη δεκαετία του 1970 φτάνουν τις 100.000, αναπτύσσονται κυρίως σε αγροτικές περιοχές ή στις περιφέρειες των πόλεων, όπου οι πιστοί συναντιούνται τακτικά σε ένα δημόσιο χώρο ή στην εκκλησία, προκειμένου να συζητήσουν τη Βίβλο υπό τη νέα οπτική της απελευθέρωσης.

1972-1979. Εδραίωση και ριζοσπαστικοποίηση

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι πολιτικές εξελίξεις που συνδέονται με την επικράτηση στρατιωτικών δικτατοριών σε πολλές χώρες της Νότιας Αμερικής, μετατρέπουν τις κοινότητες βάσης, αρχικά στη Βραζιλία, σε καταφύγιο για μέλη πολιτικών οργανώσεων και αντάρτικων ομάδων. Στη συνέχεια, η Νικαράγουα, αποτελεί το εργαστήριο παραγωγής των ιδεών της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Εκεί οργανώνεται η «Λαϊκή Εκκλησία», η οποία αντιτίθεται ανοικτά στην επίσημη ιεραρχία. Τα μέλη της συμμετέχουν κάθε φορά και περισσότερο στους λαϊκούς αγώνες, κάνοντας πράξη την ενότητα πίστης και δράσης.

Το 1979 πραγματοποιείται στο Μεξικό η Σύνοδος της Puebla με μαζική συμμετοχή των κοινοτήτων βάσης από ολόκληρη την ήπειρο. Η ανάλυση της πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας δίνει νέα ώθηση, καθώς καταγγέλλει τα αυταρχικά καθεστώτα της ηπείρου.

Καθοριστικές σε αυτή τη φάση είναι οι προσωπικότητες των Λεονάρντο Μποφ και Φρέι Μπέττο. Ο πρώτος απορρίπτοντας το επιχείρημα που κρίνει το μαρξισμό με βάση την εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού», λέει ειρωνικά: «όπως ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να ταυτίζεται με την Ιερά Εξέταση, έτσι και ο μαρξισμός δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις πρακτικές των σοσιαλιστικών χωρών». Αμφισβητεί ευθέως την εξουσία των ιεραρχών της Εκκλησίας, η οποία είχε αρχίζει να θυμίζει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατακρίνει το δογματισμό, την κατασίγαση κάθε κριτικής φωνής, το αλάθητο και την υπερβολική προσωπική εξουσία του Πάπα, τον οποίο παρομοιάζει με τη Γενική Γραμματεία του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ο Φρέι Μπέττο μέσα από τη φυλακή προπαγανδίζει τις ιδέες του Μαρξ, στον οποίο αναφέρεται ως «ο Γερμανός φιλόσοφος», προκειμένου να αποφύγει τη λογοκρισία.  Όπως και ο Μποφ, ζητάει τον πλήρη διαχωρισμό Εκκλησίας – Κράτους, ώστε να σπάσει η παραδοσιακή συνενοχή μεταξύ κλήρου και ελίτ.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο θεολόγος από την Ουρουγουάη Χουάν Σεγούντο, ο οποίος προβληματίζεται για το γεγονός ότι η θεολογία έχει μετατραπεί σε όργανο της εξουσίας. Στο έργο με τίτλο Απελευθέρωση της Θεολογίας γράφει: «είναι κατανοητή η κριτική προς τη θρησκεία, όταν αυτή ενισχύει την κυριαρχία πάνω στις πιο αδύναμες και περιθωριοποιημένες ομάδες».

1980-1989. Διώξεις και οπισθοχώρηση

Κατά τη δεκαετία του 1980 οι περισσότερες χώρες της λατινοαμερικανικής ηπείρου βιώνουν την κορύφωση της κρατική καταστολής, η οποία βασίζεται στα δόγματα Εθνικής Ασφαλείας. Οι «κοινωνικές εκκαθαρίσεις» που ακολουθούν δεν προέρχονται μόνο από τις κυβερνήσεις, αλλά και από την ίδια την Καθολική Εκκλησία, ο νέος επικεφαλής της οποίας, Πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ, συντάσσεται πολιτικά με τους συντηρητικούς Ρήγκαν και Θάτσερ. Σταδιακά γίνονται αντικείμενο εξόντωσης σωματεία, κινήματα αγροτών και ιθαγενών και άλλες ομάδες στις οποίες επιβάλλεται η ετικέτα των συνεργατών των κομμουνιστών. Πολλές από τις κοινότητες βάσης διαλύονται και άλλες συνεχίζουν να λειτουργούν στην παρανομία.

Σε αυτό το πλαίσιο, αντικαθίστανται οι ιερείς που είχαν πρωτοστατήσει στην ίδρυση κοινοτήτων βάσης, με συντηρητικούς επισκόπους που δε θα είχαν πολιτική συμμετοχή. Οι νέες εκκλησιαστικές ιεραρχίες αφορίζουν τις ιδέες της Απελευθέρωσης, πίσω από τις οποίες βλέπουν το σχέδιο διάλυσης της Εκκλησίας. Αποκαλούν τους θεολόγους «ψευδοπροφήτες με φιλοδοξίες να γίνουν πολιτικοί ηγέτες». Τα «απολωλότα πρόβατα» είναι ευπρόσδεκτα να επιστρέψουν, εφόσον μετανοήσουν, υφίστανται όμως ποινές, ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση των «μολυσματικών ιδεών». Αν, αντίθετα εμμείνουν, θα απομονωθούν από την εκκλησιαστική κοινότητα.

Πράγματι, η εκκλησιαστική ιεραρχία καταδικάζει to 1984 τον Μποφ σε σιωπή με την κατηγορία ότι αλλοιώνει τα θρησκευτικά κείμενα και ότι αφαιρεί από τον Ιησού τη θεϊκή του υπόσταση.  Δεκάδες ιερείς και κληρικοί αποπέμπονται για συμμετοχή σε διαδηλώσεις και πολλοί δολοφονούνται. Μεταξύ αυτών είναι ο Ιγκνάσιο Εγιακουρία, πρύτανης του Κεντροαμερικανικού Πανεπιστημίου και ο Αρχιεπίσκοπος Ρομέρο του Ελ Σαλβαδόρ. Η δράση του δεύτερου, εκλήφθηκε ως διείσδυση του κομμουνιστικού κινδύνου μέσα στην Εκκλησία, καθώς στους δημόσιους λόγους του εναντιωνόταν στην κυβέρνηση και στην επέμβαση των Η.Π.Α., ενώ μία μέρα πριν από τη δολοφονία του, είχε καλέσει τους στρατιώτες να αφήσουν τα όπλα και να πάψουν να εκτελούν διαταγές.

obispo-romero
Αρχιεπίσκοπος Ρομέρο: “Πολλοί θα ήθελαν, ο φτωχός πάντα να λέει ότι είναι θέλημα Θεού που είναι φτωχός. Δεν είναι θέλημα Θεού, κάποιοι να έχουν τα πάντα και άλλοι τίποτα”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας, σε πολλές χώρες η Θεολογία της Απελευθέρωσης διασπάται ανάμεσα σε εκείνους που υποστηρίζουν την ανάγκη συμμετοχής σε πολιτικές οργανώσεις και σε όσους επιμένουν στη διατήρηση της αυτονομίας της. Οι πρώτοι, βλέπουν την αναδίπλωση αυτή όχι κατ’ ανάγκην ως υποχώρηση, αλλά ως μια στρατηγική που θα εξασφάλιζε την επιβίωση. Οι δεύτεροι, εκπροσωπώντας μία πιο ριζοσπαστική τάση, επικροτούν ενέργειες με τις οποίες οι αντάρτικες ομάδες συνέβαλλαν στην αποσταθεροποίηση της οικονομίας, όπως τα σαμποτάζ αγωγών πετρελαίου.  Έτσι, επέρχεται η οριστική ρήξη μέσα σε πολλά συντονιστικά όργανα των κοινοτήτων βάσης. Τα κομμάτια εκείνα του κινήματος που καταφέρνουν να επιβιώσουν, προτιμούν μια ασφαλέστερη οδό, ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων κοινωνικών κινημάτων της ηπείρου: ο επαναστατικός λόγος απέναντι στα καταπιεστικά καθεστώτα αρχίζει να δίνει τη θέση του σε έναν πιο «ανώδυνο» λόγο, εκείνον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το πέρασμα στην ένοπλη δράση

Η συζήτηση γύρω από το πώς κατέστη δυνατή η υιοθέτηση από θεολόγους και ιερείς βίαιων μορφών αγώνα, είναι ακόμα ανοιχτή. Περιλαμβάνει την αναγνώριση του ρόλου πολιτικών, οικονομικών, ακόμη και γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων. Ένας από τους βασικούς παράγοντες που λειτούργησαν ως καταλύτες στην ανάληψη ένοπλης δράσης, ήταν η νικηφόρα επανάσταση στην Κούβα, γεγονός – ορόσημο στη λατινοαμερικανική ιστορία, το οποίο συντέλεσε την αλλαγή στην πολιτική κουλτούρα και στα ρεπερτόρια δράσης των  κινημάτων της ηπείρου. Η Κουβανική Επανάσταση συνιστούσε ένα επιτυχημένο προηγούμενο βίαιης εξέγερσης με ταυτόχρονη απόρριψη της μεταρρυθμιστικής οδού.

Ωστόσο, μεταξύ των θεολόγων υπάρχουν σημαντικές ενστάσεις σχετικά με την προσφυγή στη βία. Σημεία διαφωνίας αποτελούν το αν έχουν εξαντληθεί τα ειρηνικά μέσα, αν είναι ρεαλιστική η πιθανότητα νίκης και αν η ζημιά που προκαλείται αντισταθμίζεται από το προσδοκώμενο όφελος. Γενικά, τα αρχικά κείμενα των θεολόγων της Απελευθέρωσης, αποφεύγουν να τοποθετηθούν σε σχέση με την χρήση βίας και δεν την προωθούν ανοικτά. Με επιφύλαξη στηρίζουν πράξεις που βρίσκονταν στα όρια της νομιμότητας, όπως η κατάληψη γαιών από τους ακτήμονες.

Η επίδραση των ιδεών και της στάσης του Κολομβιανού Καμίλο Τόρρες ήταν καθοριστικής σημασίας σε σχέση με την ηθική νομιμοποίηση του δικαιώματος στην εξέγερση. Μυθική μορφή, σχεδόν ισάξια με τον Τσε Γκεβάρα, ο Τόρρες ήταν ιδρυτής του πρώτου ακαδημαϊκού Τμήματος Κοινωνιολογίας στη Λατινική Αμερική. Μέσα από τα ταξίδια του σε διάφορες περιοχές της ηπείρου παρατηρεί τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Καταγγέλλει την ολιγαρχία της χώρας του, η οποία συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου και η οποία είναι σύμμαχος του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού. Καθώς η κρατική καταστολή στενεύει τα περιθώρια δράσης, ο Τόρρες καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μόνος τρόπος για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση, είναι η  επανάσταση με στόχο την ανάληψη της εξουσίας. Η θέση αυτή τεκμηριώνεται με τη χρήση βεμπεριανών εννοιολογικών εργαλείων: η σύγκρουση με την άρχουσα τάξη δεν μπορεί παρά να είναι βίαιη και αυτό αποτελεί ορθολογική ως προς το σκοπό πράξη. Το 1965 ο Τόρρες αποποιείται την ιδιότητα του ιερέα και εντάσσεται στο Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης (ELN). Λίγους μήνες αργότερα σκοτώνεται πάνω σε μάχη.

Camilo_Che

Το 1979 μια δεύτερη νίκη πραγματοποιείται στη Νικαράγουα όταν η επανάσταση των Σαντινίστας ανατρέπει την κληρονομική δυναστεία των Σομόζα, η οποία κατείχε την εξουσία για 40 περίπου χρόνια. Πολλοί καθολικοί κληρικοί τότε, συνεργάζονται κρυφά με τους αντάρτες με διάφορους τρόπους: παρέχοντας τα σπίτια τους για μυστικές συναντήσεις, κρύβοντας όπλα, μεταφέροντας μηνύματα. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Τόρρες, κάποιοι ιερείς αποφασίζουν να στρατευθούν στον ένοπλο αγώνα κατά της δικτατορίας. Μεταξύ αυτών είναι οι Ισπανοί Manuel Pérez, José Jiménez και Carmelo Gracia, ο Βέλγος ιερέας Domingo Laín αλλά και κάποιες καλόγριες, όπως η Nelly Evans.

Οι νέες Θεολογίες της Απελευθέρωσης

Κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, παρά τη γενικότερη κάμψη που σημειώνεται, κάποιες οργανώσεις με ρίζες στη Θεολογία της Απελευθέρωσης συμμετέχουν στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Πολλά μέλη του Κινήματος των Ακτημόνων (MST) στη Βραζιλία προέρχονται από τις χριστιανικές κοινότητες βάσης, αν και σήμερα έχουν επιλέξει τον πλήρη διαχωρισμό τους από την Εκκλησία. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε την επιρροή των ιδεών του απελευθερωτικού χριστιανισμού στην εξέγερση των Ζαπατίστας το 1994 αλλά και στην εξέγερση, την ίδια χρονιά, των ιθαγενών στο Εκουαδόρ υπό την καθοδήγηση του «Επισκόπου των Ινδιάνων», Λεονίντας Προάνιο.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης προσαρμόζεται στις εξελίξεις της κάθε εποχής. Σήμερα είναι πιο ορθό να μιλάμε όχι για μία αλλά για πολλές θεολογίες, ώστε να περιλαμβάνονται όλα τα νέα ρεύματα. Οι βασικότερες από αυτές είναι η Μαύρη Θεολογία, η Φεμινιστική και η Θεολογία της Απελευθέρωσης των Ιθαγενών Πληθυσμών, η οποία προσπαθεί να διασώσει τα παραδοσιακά έθιμα, ιατρικές πρακτικές και τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Διακηρυγμένος εχθρός είναι πλέον ο νεοφιλελευθερισμός.

________________________

[1]   Τα κυριότερα από αυτά ήταν Tupamaros στην Ουρουγουάη, ο Ejército de Liberación Nacional (ELN), οι Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia (FARC) και ο Ejército Popular de Liberación (EPL) στην Κολομβία,  ο Ejército Guerrillero de los Pobres (EGP) στη Γουατεμάλα, το Frente Farabundo Martí para la Liberaciσn Nacional (FMLN) στο Ελ Σαλβαδόρ και Frente Salvadoreño de Liberación Nacional (FSLN) στη Νικαράγουα.

Πηγές

Boff, L. (1974): “Jesucristo, el liberador”, Colección Iglesia Nueva, Buenos Aires.

Echeverry A. (2005): Teología de la liberación en Colombia. Un problema de continuidades en la tradición evangélica de opción por los pobres: Universidad del Valle, Cali.

Girardi G. (1977). Marxismo y cristianismo. Seguido del dossier: expulsión de Girardi de la congregación salesiana: Taurus, Madrid.

Gutiérrez G. (1971). Teología de la liberación. Perspectivas: CEP, Lima.

Oliveros R (1991): “Historia Breve de la Teología de la Liberación (1962-1990)”, Mysterium Liberationis: UCA, vol. I, pp. 17-50, San Salvador.

Sánchez Lopera, A. (2006): “Revolución y creencia en Camilo Torres: ¿una Colombia secular?”, Nómadas vol. 25, p. 241-258, Bogotá.

Segundo, J. (1975): Liberación de la teología: Carlos Lohlé, Buenos Aires.

Tahar Chaouch M. (2007): “Cristianismo y política en América Latina: el paradigma de la teología de la liberación”,  Desafíos, vol. 17, p. 157-199, Bogotá.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s